πάχετος — thick masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
πάχετον — πάχετος thick masc/fem acc sg πάχετος thick neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
SCYTALE — I. SCYTALE Graece Σκυτάλη, genus Epistolae secretae,d Laconibus olim usitatae, de qua sic A. Gellius l. 17. c. 9. Lacedaemonii veteres, quum dissimulare et occultare liter as publice ad Imper atores suos missas volebant, ne si ab hostibus… … Hofmann J. Lexicon universale
παχύς — ιά, ύ και παχιός, ιά, ιό / παχύς, εῑα και ιων. τ. έα, ύ, ΝΜΑ 1. αυτός που έχει αρκετό ή υπερβολικό πάχος, χοντρός 2. (για πρόσ. και ζώα) (στην κυριολ. και μτφ.) αυτός που έχει πολύ λίπος στο σώμα του, παχύσαρκος νεοελλ. 1. (για μουστάκι) πυκνό 2 … Dictionary of Greek
bhenĝh-, bhn̥ĝh- (adj. bhn̥ĝhu-s) — bhenĝh , bhn̥ĝh (adj. bhn̥ĝhu s) English meaning: thick, fat Deutsche Übersetzung: “dick, dicht, feist” Material: O.Ind. bahu “dense, rich, much, a lot of” “compounds Sup. baṁhīyas , baṁhišṭha (= Gk. παχύς); bahulá “thick,… … Proto-Indo-European etymological dictionary